Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Η μπαλάντα των εκδοχών του Χρόνου...του Βασίλη Λαλιώτη

Σε μια εκδοχή του χρόνου συνεχίζω με την Άννα
ποτέ δεν πήρα το πτυχίο μου έχουμε μια κόρη.
Επισκέπτης φαρμακείων και πρωί κι απόγευμα
ξοπίσω απ’ τους λογαριασμούς τα ιδιαίτερα
το βραδινό φαΐ που φτάνει τηλεφωνικώς στο διαμέρισμα.
Αρχίζω να τα λέω μοίρα μου όσα συνέβησαν
και πιάνω στον καθρέφτη αυτό το βλέμμα
του δαρμένου σκύλου
που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν χωρίς ν’ αγαπηθούν
και δε γράφω πια καθόλου, μα καθόλου ποιήματα.

Στη δεύτερη εκδοχή του χρόνου έμεινα με την Αγγελική
στρατό δεν πήγα μπλέχτηκα με τη δημοσιογραφία
τρία έντυπα και αρπαχτές για τα έξοδα της ψυχανάλυσης
τα παίρνω κάποτε κι από τους εκδότες.
Ταξίδια στην Ευρώπη κυνηγώντας πολιτιστικά
όλα στο τζάμπα σπίτι σε περιοχή σινιέ
έπιπλα αστικής καταγωγής απ’ το Μοναστηράκι.
Όλο αναβάλλω και την έκδοση και τα παιδιά
και πιάνω στον καθρέφτη αυτό το βλέμμα
πεινασμένου σκύμνου
που έχουν οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν χωρίς και ν’ αγαπήσουν
και δε γράφω πια καθόλου, μα καθόλου ποιήματα.

Την τρίτη εκδοχή του χρόνου τη διανύω μόνος μου
έχοντας κάνει τη μικρή μου πολυεθνική του έρωτα
και με χρηματοδότη μια μικρή εταιρία εισαγωγών
που εκμεταλλεύεται σωστά λίγες προμήθειες του δημοσίου.
Στο γυμναστήριο σκέφτομαι κάποτε πόσο αφελής
υπήρξα στην εκτίμηση των κοριτσιών της εφηβείας μου
και πιάνω στον καθρέφτη αυτό το βλέμμα
τρομαγμένου δήμιου
που έχουν οι άνθρωποι που δεν αγάπησαν μα και δεν
αγαπήθηκαν
και δε γράφω πια καθόλου, μα καθόλου ποιήματα.

Μαρία, δέσποινά μου, εσύ γνωρίζεις
πως όλα αυτά προβάλλονται σε μιαν οθόνη
που είναι αυτό που ζούμε και είν’ αρκετό.
Και πιάνω μες στα μάτια σου αυτό το βλέμμα
δικαιωμένου χρόνου
που έχουν οι άνθρωποι στην επαλήθευση του κήπου τους
και για ότι ζούμε επειδή το ζούμε
δε γράφω πια καθόλου, μα καθόλου ποιήματα.


Το παρόν ποίημα βρέθηκε μέσα στο ιστορικό fanzine που κυκλοφορούσε κάπου εκεί στην περασμένη δεκαετία του 90’ με το όνομα BRAZIL. Ήταν το περιοδικό περί-Στροφο και το τεύχος 6 της Άνοιξης του ’98.